GS160-1963


Η ιδέα της πολύ καλής μας φίλης ακουγόταν όμορφη: Πρωτομαγιά στο χωριό της. Να αφήσουμε τα παιδιά να παίξουν ανέμελα, να μαζέψουμε από τα δένδρα της αυλής δέσπολα*, λεμόνια, λουλούδια να πλέξουν μαγιάτικο στεφάνι τα παιδιά και φυσικά να καταλήξουμε να τρώμε τον αγλέορα απ’ την κουζίνα της μαμάς…
Μπορούσα να μην συμφωνήσω?
Συμφώνησα λοιπόν και αφού αμολήσαμε τα παιδιά να παίξουν περπατήσαμε μέσα στα στενάκια του χωριού που ήταν όλο πανέμορφα αλλά δυστυχώς ερειπωμένα σπίτια. Εγκαταλελειμμένα από τους κληρονόμους - των κατόχων που οι περισσότεροι πλέον έχουν αποδημήσει εις κύριον- που αναζήτησαν το μέλλον τους στις παραλίες με τα ρεντρούμια** κι όχι στα χωριά με τις πεζούλες.
Γυρίσαμε το χωριό μέσα σε λίγα λεπτά ακολουθόντας κάθε φορά το στενό που «δεν πάει πουθενά». Είναι να απορεί κανείς πως επιβιώνουν αυτές οι όμορφες μπουκαμβίλιες χυμένες πάνω απ’ τους τράφους*** χωρίς φροντίδα. Κι είναι αυτές που κάνουν τα έρημα χωριά μας τόσο όμορφα…
Ο πλάτανος (σπάνιο δένδρο για τα ξηρά κλιματικά δεδομένα της Ανατολικής Κρήτης) έστεκε περήφανος με τα απλωμένα του κλαδιά να προσφέρουν τη σκιά τους στους όσους θαμώνες της πλατείας με μόνο αντάλλαγμα λίγο νεράκι στη ρίζα του. Ένα ρακάκι, με συνοδεία ολόφρεσκο αγγούρι, ψιλές ελιές και παξιμαδάκι. Κι άλλο ένα. Ήταν σαν να είχαμε ανοίξει μια βαλβίδα και «ξεφούσκωνε» το κεφάλι μας από τις έγνοιες.
Γυρίζοντας προς το σπίτι περπατήσαμε ακόμα λίγο απολαμβάνοντας τον ήχο της σιωπής -τον ήχο της φύσης. Το  θρόισμα των φύλλων, τα ζουζούνια, τα πουλιά… και μια φωνή που φώναζε «Μη φεύγεις, γύρνα πίσω!» Ωρίστε?

- «Τ’ ακούσατε αυτό ή τρελάθηκα και ακούω φωνές?»
-«Ποιες φωνές ρε παιδάκι μου? Μήπως σου καλοάρεσαν οι ρακές?»
Δεν μπορεί… κάποια φωνάζει… σχεδόν εκλιπαρεί! Το ακούω καθαρά… ή μήπως έχω χαζέψει…?
Το φαγητό ήταν απερίγραπτα γευστικό και πλούσιο σε αρώματα και συναισθήματα. Τελικά, πρέπει να πρόκειται για μαγεία. Πως αλλιώς να εξηγηθεί η διαφορά στη νοστιμιά του ίδιου φαγητού που το ετοιμάζει η μαμά από το φαγητό που ετοιμάζουμε εμείς… Λίγο πριν φύγουμε ξανανεβήκαμε στην πλατεία για ένα πιάτο ζεστούς μελομένους λουκουμάδες.
Ε.. τώρα σίγουρα δεν ήταν η ιδέα μου. Η ίδια φωνή ακουγόταν πάλι και προσπαθούσε να αποσπάσει την προσοχή μου. «Εδώ. Εδώ. Γύρνα πίσω.»
Γυρίζω πίσω και παίρνω το πρώτο στενό που είχα μόλις προσπεράσει. Η φωνή δυνάμωνε. Πλέον ήμουν σίγουρος γι αυτό που άκουγα και άνοιξα το βήμα μου αγωνιώντας να βρω τι συμβαίνει.
Κι εκεί την είδα.
Γερμένη στον ένα της ώμο, να ακουμπά τα χρόνια της μοναξιάς της στον χορταριασμένο τράφο. Το χαμόγελο μου έφτασε μέχρι το σβέρκο όχι μόνο για αυτό που έβλεπαν τα μάτια μου αλλά και γιατί επιβεβαίωνα στον εαυτό μου πως δεν είχα χαζέψει! Ήταν εκεί, μπροστά μου και την άγγιζα. Δεν ήταν οπτασία αλλά ήταν όμορφη σαν οπτασία. Ήταν μια υπερήφανη κυρία που άκουγε στο όνομα GS 160, ήταν αισίως 47 ετών και σε αντίθεση με πλείστο το θηλυκό φύλο δεν ντρεπόταν για τα χρόνια της.
Οι φωνές των παιδιών μου με συνέφεραν και την επόμενη στιγμή ήταν δίπλα μου κι επεξεργάζονταν τη γηραιά κυρία με την ίδια αγωνία που είχα κι εγώ. Ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε…
-«Ωραία βέσπα» μου είπαν με μια φωνή.
Είναι μεγάλη υπόθεση να ακούς από τα παιδιά σου να ξεχωρίζουν και να μιλούν για «βέσπα» κι όχι για «μηχανάκι» ή ότι άλλο.
«Ποιανού είναι? Είναι δικιά σου?»
-«Όχι ακόμα. Αλλά όπου να’ ναι…»




* μούσμουλα
**Rent Room
*** πετρότοιχους










Μετά τη διαδικασία παράδοσης - παραλαβής, πήρε μπρος η διαδικασία της ανακατασκευής.
Στόχος: ότι σώζεται-επαναχρησιμοποιείται. Ότι λείπει αντικαθίσταται με σκοπό την όσο πιο κοντά στην αρχική της εμφάνιση.


Tο μοτέρ είχε γίνει φωλιά για αράχνες, σκορπιούς, σαρανταποδαρούσες και σαύρες... Του λείπει η σκάφη του καρμπυρατέρ και είναι φρακαρισμένο. Λείπει επίσης κι η τάπα πλήρωσης σαζμανόλαδου οπότε θεωρώ πολύ πιθανό να έχουν σκουριάσει τα γρανάζιο κλπ εντός του μοτέρ.

Από τις εικόνες που πρέπει κάθε βεσπάκιας που σέβεται τον εαυτό του να δει από κοντά...

Το ποτηράκι με το φίλτρο βενζίνης.





το μανιέτο...
















το τιμόνι ήταν κλειδωμένο και τα κλειδιά (φυσικά) δεν υπήρχαν. Λύθηκε λοιπόν το τιμόνι για να βγει η κλειδαριά.











Μετά το λύσιμο του τιμονιού, βιδώνοντας τη μικρή βιδούλα που φαίνεται κοιτώντας από τη επάνω-δεξιά πλευρά του λαιμού, ο αφαλός της κλειδαριάς βγαίνει.











Γυρνώντας αριστερά τη φωλιά της κλειδαριάς με ένα φαρδύ κατσαβίδι πέρνουμε το μπροστινό στα χέρια. Αν δεν έχει πέσει ήδη η φωλιά κάτω, τη σκουντάμε με το κατσαβίδι


Υπομονή για τη συνέχεια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου